search

ΑΡΘΡΑ - ΕΛΛΗΝΙΚΑ

25 χρόνια μετά τον θάνατό της, παραμένει σημείο αναφοράς, έχοντας αφήσει έντονο το στίγμα της (και) στα μουσικά πράγματα...

25 χρόνια μετά την αυτοκτονία της Κατερίνας Γώγου (3 Οκτωβρίου 1993, ετών 53) δεν ισχύει πια και τόσο εκείνο που έγραψε κάποτε ο Λεωνίδας Χρηστάκης (Οι Δικοί μας Άγιοι, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, 1998), ότι σπάνια θα δεις αναφορές στο πρόσωπό της επειδή κινήθηκε έξω από εκδοτικές και καλλιτεχνικές κλίκες. Στους ψηφιακούς μας καιρούς, η Γώγου διαθέτει σελίδα στη Βικιπαίδεια, ενώ ακόμα και η προαναφερθείσα ρήση του Χρηστάκη –αυτού του «αυθεντικού χαμάλη απόψεων», όπως έξοχα τον έχει αποκαλέσει ο Φώντας Τρούσας (εδώ)– ανακυκλώνεται 'δω κι εκεί, συνήθως μάλιστα χωρίς πηγή.

Εντούτοις, υπάρχει ακόμα κόσμος ανυποψίαστος, που εκπλήσσεται μαθαίνοντας ότι η Λαζάρου από το Ξύλο Βγήκε Απ' Τον Παράδεισο (1959), η Παγώνα του Η Δε Γυνή Να Φοβήται Τον Άνδρα (1965) και η Σίσσυ από το Μια Τρελή, Τρελή Οικογένεια (1965) ήταν μια ασυμβίβαστη ποιήτρια των Εξαρχείων, με μαχητικές αναρχικές πεποιθήσεις και τον δικό της Γολγοθά κόντρα στα ναρκωτικά. Φυσικά, οι πιο υποψιασμένοι γνωρίζουν και το Βαρύ Πεπόνι (1977) και την Παραγγελιά (1980) –ταινίες με κοινωνικό χρώμα, όπου η Γώγου ήταν περισσότερο ο εαυτός της. Όμως πολλοί εξακολουθούν να αγνοούν την πορεία της, θεωρώντας την απλά μια ηθοποιό των παλιών κωμωδιών, η οποία εξαφανίστηκε στη δεκαετία του 1980. 

92Gog_2.jpg

Παρά ταύτα, η αλήθεια είναι πως ό,τι ήταν να γραφτεί για την Κατερίνα Γώγου, έχει μάλλον γραφτεί. Τώρα πια, με τον σύζυγό της Παύλο Τάσιο να φεύγει από τη ζωή το 2011 και τη μοναδική τους κόρη, Μυρτώ, να χάνεται το 2015, δεν υπάρχει κανείς με αξιόπιστες, από πρώτο χέρι, πληροφορίες για να συμπληρώσει ή να αναιρέσει κάτι από όσα ξέρουμε και ρουτινιάρικα ανακυκλώνονται σε διάφορα επετειακά αφιερώματα, μαζί με στίχους από τα ποιήματά της –εκείνα που έγιναν κάτι σαν αντιεξουσιαστικά τσιτάτα: στο μυαλό είναι ο στόχος, εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά κτλ. 


Στην αδηφάγα βέβαια εποχή των sites, όπου γίνεται αγώνας για τα κλικς (τα οποία θα συγκινήσουν μετά την τάδε εταιρία για να ρίξει διαφημιστικό παραδάκι και να συντηρηθεί ο τροχός), διάφορα πράγματα μπορεί κατά καιρούς να γίνουν τίτλοι-δολώματα: την πήγε ο πατέρας της σε γιατρό να δει αν ήταν παρθένα; πούλησε όντως το Τρία Κλικ Αριστερά (1978) 40.000 αντίτυπα, όσο δηλαδή πούλαγε τότε και ο Οδυσσέας Ελύτης; έμπλεξε πράγματι με τα ναρκωτικά προσπαθώντας να βγάλει τη Μυρτώ από αυτά;

92Gog_3.jpg

Όλα τούτα δεν είναι παρά ένα εναλλακτικό κουτσομπολιό, του ίδιου χειρίστου είδους που κοροϊδεύουμε όταν το τρακάρουμε στα μεσημεριανάδικα και στις φυλλάδες στα περίπτερα. Η ίδια η Γώγου, αν μπορούσε κάπως να τα δει, θα είχε σίγουρα φρίξει· κάτι καλό να θυμούνται όσοι κρώζουν για τους φίλους τους «που είναι μαύρα πουλιά», αλλά μετά κλικάρουν να δουν «τι έπαιζε».

Περισσότερη σημασία λοιπόν από μία ακόμα εξιστόρηση βίου, έχει το αποτύπωμα της Γώγου στο κατακερματισμένο, ψηφιακό μας παρόν. Ως ποιήτρια, δεν ήταν «μεγάλη». Μπόρεσε όμως και οικοδόμησε χαρακτήρα καθώς έδινε σάρκα και οστά στα όσα ζούσε και σκεφτόταν, κάνοντας κάτι ανάλογο με ό,τι πέτυχε ο Νίκος Καββαδίας για το δικό του σύμπαν. Όπως δηλαδή στο έργο του αναδύεται ένας ναυτικός κόσμος εκ των έσω, έτσι και στα ποιήματά της ζωντάνεψε ο κόσμος όσων δεν μπόρεσαν να «πετύχουν» και σπρώχτηκαν στο περιθώριο. Στην περίπτωσή της, βέβαια, υπήρξε και θυμός· μια οργή που έλαβε και ιδεολογική/πολιτική διάσταση αναπόσπαστη από τη δημόσια δράση και παρουσία της. Στη Γώγου υπήρξε δηλαδή ταύτιση προσωπικού και πολιτικού σε μεγάλο βαθμό και είναι αυτό κυρίως που τη μετέτρεψε σε σύμβολο για τους συντρόφους της, μαζί με την όποια μυθολογία αναπτύχθηκε μετά τον θάνατό της. 

Είναι ωστόσο λάθος να πει κανείς ότι η ποίηση της Γώγου αφορούσε μόνο έναν μικρόκοσμο ιδεολογικών συνοδοιπόρων. Όσο και αν ελλοχεύει ο κίνδυνος εδώ να αγκαλιαστεί από ευρύτερο κοινό νοικοκυραίων σε ένα ακόμα φαινόμενο τύπου «ο πόνος των φτωχών, γίνεται τέχνη των αστών» (ΛΕΞ, "Κοράκια"), οι λέξεις της διέθεταν δύναμη, πλαστικότητα και εκφραστικότητα, όντας ικανές να φύγουν ωσάν σαΐτες για το μυαλό σου.

92Gog_4.jpg

Δεν βρέθηκα ποτέ στην ίδια κατεύθυνση με τη Γώγου, ως ζώον πολιτικόν. Παρά ταύτα, ανέτρεξα συχνά στην ποίησή της, κάθε που επέστρεφε στην τακτοποιημένη μας καθημερινότητα η έχθρα για ό,τι διαφέρει από τις κυρίαρχες νόρμες. Η σύγχρονη ελληνική/ευρωπαϊκή ιστορία, άλλωστε, απέδειξε ότι η μοναξιά συνέχισε να έχει το χρώμα των Πακιστανών και ας πέρασαν πια 38 χρόνια απ' όταν έβγαλε το Ιδιώνυμο (1980). Και μερικοί τουλάχιστον από μας συνέχισαν να φοβούνται ότι θα χαθούν τελικά ανάμεσα σε «κίτρινους ανθρώπους και ανιστόρητους συμβιβασμούς» ακόμα και στα χρόνια της αφθονίας και της ισχυρής Ελλάδας των αχρείαστων Ολυμπιάδων.

Και είναι ακριβώς ως ποιήτρια που μπήκε και στη δισκογραφία η Κατερίνα Γώγου. Μία και μοναδική φορά, το 1980, για το soundtrack της ταινίας Παραγγελιά, έργο του Παύλου Τάσιου βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Νίκου Κοεμτζή (1973). Το ίδιο το φιλμ, ουδέποτε μου άρεσε. Το βρίσκω κουραστικό, με μια φτηνή ατμόσφαιρα, προδρομική σε κανα-δυο σημεία μιας ΠΑ.ΣΟ.Κ. αισθητικής· στον αντίποδα του Βαρύ Πεπονιού, δείχνει να ποντάρει σε ένα άγονο μεταπολευτικό ένστικτο για να σταθεί, παρά στις δικές του κινηματογραφικές αρετές. Το soundtrack, ωστόσο, το οποίο κυκλοφόρησε με τον τίτλο Στο Δρόμο ως ο μοναδικός προσωπικός δίσκος της Γώγου (Columbia, 1981), είναι μια διαφορετική υπόθεση.



Εδώ, ο Κυριάκος Σφέτσας κεντάει συνθετικά, φανερώνοντας το πρωτοποριακό fusion πνεύμα του, που με ευέλικτες κινήσεις μεταξύ τζαζ, μοντέρνας κλασικής και progressive rock έψαχνε να σχηματίσει μια νέα γλώσσα, από την οποία δεν έλειπε η εντοπιότητα. Πρόσφατα είδαμε να χαιρετίζεται από μερίδα του Τύπου η έκδοση ακυκλοφόρητων συνθέσεων με τη Greek Fusion Orchestra από την ίδια περίπου περίοδο (1977), κάτι που μας δίνει το μέτρο για να αποτιμήσουμε σωστά τον Σφέτσα της Παραγγελιάς.

Επίκεντρο ωστόσο του δίσκου είναι επιλεγμένα ποιήματα της Γώγου από τις συλλογές Τρία Κλικ Αριστερά και Ιδιώνυμο, τα οποία αποδίδει στο μικρόφωνο η ίδια. Πρόκειται για μια εμπειρία συγκλονιστική, που κατά τη γνώμη μου μπορεί να συγκριθεί μόνο –τηρουμένων όλων των αναλογιών– με τον δίσκο Το Ποτάμι (Low Impedance, 2009), όπου ο Γιάννης Μουρτζόπουλος αρθρώνει μουσικά περιβάλλοντα γύρω από την ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη, αφήνοντας τον ίδιο να αποδώσει τις λέξεις του και με τον δίσκο Μουσική Σε Ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου (Ιανός, 2013), όπου η Μay Roosevelt (Μαρία Ψευτόγκα) κάνει κάτι ανάλογο με τον Χριστιανόπουλο.



Σε αυτόν τον δίσκο μπορείς να δεις πολύ ξεκάθαρα ότι η Γώγου είναι τα ποιήματά της. Το «Πάνω-κάτω η Πατησίων» στο "Η Ζωή Μας Είναι Σουγιαδιές" αποκτά όλη του την εμμονική διάσταση καθώς πετάει θαρρείς τις λέξεις (παρά τις εκφέρει), ενώ ο θυμός της γραφής της ξεχύνεται σαν στρόβιλος οργής: όταν μετατρέπεται σε μαινάδα κραυγάζοντας «Θάνατος στο Βυζάντιο, σιχτίρ οι δυναστείες» ("Πόσο Νωρίς Φεύγει Το Φως"), αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να το συγκρατήσει ούτε το άχαρο τιιιιτ της λογοκρισίας του 1981, το οποίο έκοψε τις πουλημένες, τραβηχτικές Kodak και τον Γ. Σταύρου. Την ίδια όμως στιγμή μπορείς να βρεις και μια άλλη Γώγου, την αποκαμωμένη π.χ. ονειροπόλα στην οποία οι σκιές του χρόνου φαίνονται πια βαρύτερες ("Πάει Αυτό Ήταν"). Και μπορείς επίσης να συναισθανθείς τι τέρατα μπορεί να γεννήσει η απελπισία του στίχου «Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες» ("Καμιά Φορά") με έναν τρόπο που δεν γίνεται να συμβεί αν απλά τον διαβάσεις –όχι εφόσον δεν έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο.

Το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί νομίζω στην ποίηση της Γώγου, είναι να καταστεί ανεπίκαιρη: να ξεπεράσει δηλαδή η ιστορία και η κοινωνική εξέλιξη του είδους μας όσα κάνουν τους ανθρώπους να φαίνονται σαν μαύρα αρνητικά και καμένοι ήλιοι. Είμαστε όμως εμφανώς μακριά από κάτι τέτοιο, τώρα ειδικά που εκείνος ο πολύχρωμος νέος κόσμος χωρίς σύνορα που χρηματοδοτήθηκε αφειδώς από διάφορα «προοδευτικά» ιδρύματα της Δύσης κατά την τελευταία 20ετία αποδείχθηκε παράδεισος μόνο για τα πολυεθνικά κεφάλαια, φέρνοντας ξανά πάνω από τα κεφάλια μας τη βία της φτώχειας, των μετακινήσεων πληθυσμών και των περίπλοκων διεθνών συρράξεων. Η Βαρβαρότητα καραδοκεί και πάλι, πιο δίπλα από όσο συχνά νομίζουμε –και έτσι τα ποιήματα της Γώγου παραμένουν αιχμηρώς αληθινά.